Τελευταία ανανέωση: Παρασκευή, 22/11/2019

 

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 407 /2018 ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΠΕΡΙ ΜΕΜΨΗΣ ΑΣΤΟΡΓΗΣ ΔΩΡΕΑΣ  (τακτική διαδικασία)

 

Επί αγωγής αδελφής  για την  ανατροπή της γονικής παροχής ( μέμψη άστοργης δωρεάς)  μητέρας προς κόρη  εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 407 /2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή κατά της πελάτισσάς μας με το πλήρες και αιτιολογημένο  σκεπτικό  ότι η μητέρα μεταβίβασε στην εναγομένη ( εντολέα μας) με γονική παροχή ένα διαμέρισμα , μεταβίβαση η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου συνιστά στο σύνολό της δωρεά , έγινε νομίμως και δεν υπολογίζεται στην κληρονομιά ( α. 1831 εδ.β ΑΚ)  μεταξύ άλλων διότι :   Η ερμηνεία της δικαιοπρακτικής δήλωσης  βούλησης της αποβιώσασας θα γίνει με βάση τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ , με σαφές προβάδισμα στην αληθινή βούληση της θανούσας κατά το υποκειμενικό στοιχείο , καθότι στην προκειμένη περίπτωση η θανούσα δεν κατέλιπε διαθήκη , η δε δήλωση βούλησης εκ διαθήκης ( καθόσον αφορά της στέρηση των μεριδούχων από τη νόμιμη μοίρα τους στην κληρονομιά ) , οι δε δηλώσεις βούλησης σε διαθήκη ερμηνεύονται πάντοτε βάσει της υποκειμενικής θεωρίας.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά , η παραπάνω γονική παροχή αποτελεί δωρεά και  έγινε για λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος της προς την εναγομένη . Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από τις διαλαμβανόμενες στο ως άνω συμβόλαιο  γονικής παροχής διατυπώσεις , ως ανωτέρω αναλύονται , και στις οποίες κάνει λόγο για εκπλήρωση ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος προς την εναγομένη και το πραγματικό γονικό της ενδιαφέρον. Και ναι μεν οι εν λόγω φράσεις χρησιμοποιούνται συνήθως σε αντίστοιχες συμβολαιογραφικές πράξεις και ως εκ τούτου δεν αντικατοπτρίζουν αληθείς φράσεις του συμβαλλομένου , κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας , πλην όμως η χρησιμοποίηση τους σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η παρέχουσα δεν παρακράτησε την επικαρπία της  στο εν λόγω διαμέρισμα εφ ΄ όρου ζωής της , παρότι γνώριζε και είχε ήδη συνάψει στο παρελθόν δωρεά με παρακράτηση της επικαρπίας της , ως προαναφέρθηκε , συντείνουν στο συμπέρασμα ότι η αποβιώσασα ένιωθε την ύπαρξη ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος προς την εναγομένη και είχε εμπιστοσύνη προς αυτή για τις φροντίδες που της παρείχε η τελευταία κατά το χρόνο των γηρατειών της και τη βοήθεια κατά τη διάρκεια των διάφορων ασθενειών της . Ενδεικτικό ως προς τα ανωτέρω είναι ότι η θανούσα σε προγενέστερο χρόνο είχε προβεί σε δωρεά του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της προς την εγγονή της και κόρη της ενάγουσας  ως « έμπρακτη δήλωση της αγάπης της προς αυτή» ως αναγράφεται στο οικείο συμβόλαιο  ενώ δεν συμπεριέλαβε και τα υπόλοιπα εγγόνια της στη δωρεά αυτή , ούτε προέβη σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη περιουσιακή παροχή σε άλλο εγγόνι της και ως εκ τούτου , αποδεικνύεται ότι η αποβιώσασα επέλεξε η ίδια και στις δύο περιπτώσεις να ευνοήσει ένα εκ των τέκνων της και ένα εκ των εγγονών της.

 

Προς επίρρωση των ανωτέρω , η θανούσα δε μετέβαλλε ως το θάνατο της την παραπάνω βούληση της ενώ θα είχε τη σχετική δυνατότητα καθότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα 7 ετών και πλέον . Όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την  ένορκη βεβαίωση  του ετέρου τέκνου της θανούσας και από τη στάση των ετέρων δυο τέκνων της που δεν προέβησαν σε κάποια νομική ενέργεια προκειμένου να ανατρέψουν της ως άνω γενόμενη γονική παροχή προς την εναγομένη.

 

 

Copyright 2019 Εμμ. Γ. Χατζηδάκης

Designed by L.KIN. Group A.E.